Υπάρχουν ημέρες που η κούραση δεν τελειώνει όταν φεύγουμε από τη δουλειά. Μια άβολη συζήτηση επιστρέφει ξανά και ξανά στο μυαλό μας, ένα μήνυμα μας απασχολεί επειδή φοβόμαστε πώς θα το εκλάβει ο παραλήπτης, ενώ η δυσαρέσκεια κάποιου άλλου μας δημιουργεί την αίσθηση ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να την αντιμετωπίσουμε.
Αυτό το είδος ψυχικής εξάντλησης βρίσκεται στο επίκεντρο της προσέγγισης της Μελ Ρόμπινς, συγγραφέα και ειδικού στην προσωπική ανάπτυξη, η οποία υποστηρίζει ότι σημαντικό μέρος της ενέργειάς μας μπορεί να καταναλώνεται στην προσπάθεια να διαχειριστούμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των άλλων.
Μέσα από τη θεωρία της «Let Them» («Άφησέ τους»), η Ρόμπινς προτείνει να διαχωρίσουμε όσα βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας από όσα μπορούμε να επιλέξουμε οι ίδιοι. Δηλαδή, δεν μπορούμε να καθορίσουμε πώς θα συμπεριφερθεί ένας άλλος άνθρωπος, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε πώς θα αντιδράσουμε εμείς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εργασία δεν προκαλεί πραγματική κόπωση. Οι πολλές ώρες, ο υπερβολικός φόρτος και η έλλειψη ξεκούρασης παραμένουν σημαντικοί παράγοντες. Η προσέγγιση της Ρόμπινς αφορά κυρίως την πρόσθετη ψυχική επιβάρυνση που δημιουργείται όταν συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με τις διαθέσεις και τις επιλογές των άλλων, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο μας.
Πώς οι αντιδράσεις των άλλων μας εξαντλούν
Δεν είναι πάντα εύκολο να αντιληφθούμε πότε η φροντίδα για τους άλλους μετατρέπεται σε βάρος. Το να ακούμε έναν φίλο που αντιμετωπίζει δυσκολίες ή να προσπαθούμε να στηρίξουμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε αποτελεί φυσικό μέρος των σχέσεων.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν αισθανόμαστε ότι είμαστε υπεύθυνοι να λύσουμε τα προβλήματά τους, να αποτρέψουμε κάθε πιθανή σύγκρουση ή να εξασφαλίσουμε ότι θα εγκρίνουν τις αποφάσεις μας.
Η Ρόμπινς αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη συνήθεια να προβλέπουμε διαρκώς τις αντιδράσεις των άλλων. Μπορεί να ζυγίζουμε υπερβολικά κάθε λέξη πριν μιλήσουμε, να αποφεύγουμε να εκφράσουμε τη διαφωνία μας για να μη δημιουργηθεί ένταση ή να δεχόμαστε προσκλήσεις και υποχρεώσεις από ενοχή.
Μεμονωμένα, αυτές οι συμπεριφορές μπορεί να μοιάζουν ασήμαντες. Όταν, όμως, επαναλαμβάνονται καθημερινά, μπορούν να καταναλώσουν σημαντικό μέρος της προσοχής και της ψυχικής μας ενέργειας.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα έναν φίλο που τηλεφωνεί συχνά για να συζητήσει το ίδιο πρόβλημα. Είναι φυσικό να θέλουμε να τον ακούσουμε και να τον βοηθήσουμε. Αν, όμως, οι συζητήσεις αυτές μας αφήνουν διαρκώς εξαντλημένους και νιώθουμε ότι πρέπει κάθε φορά να βρούμε μια λύση, ίσως έχει έρθει η στιγμή να αναγνωρίσουμε τα όριά μας.
Το ίδιο ισχύει όταν κάποιος αμφισβητεί επανειλημμένα τις επιλογές μας. Μπορούμε να εξηγήσουμε μία φορά τους λόγους για τους οποίους αποφασίσαμε κάτι. Η συνεχής προσπάθεια να πείσουμε έναν άνθρωπο που δεν θέλει να αλλάξει γνώμη μπορεί να αποδειχθεί εξαντλητική, χωρίς να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η θεωρία «Άφησέ τους»
Η πρώτη πλευρά της θεωρίας της Μελ Ρόμπινς συνοψίζεται στη φράση «Let Them», δηλαδή «Άφησέ τους».
Η ιδέα είναι να επιτρέπουμε στους άλλους να έχουν τις δικές τους απόψεις, να παίρνουν τις αποφάσεις τους και να αντιδρούν με τον τρόπο που επιλέγουν, χωρίς να προσπαθούμε διαρκώς να τους αλλάξουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσποιούμαστε πως η συμπεριφορά τους δεν μας επηρεάζει. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τα όρια της επιρροής μας και σταματάμε να επενδύουμε όλη μας την ενέργεια σε κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως.
Για παράδειγμα, αν κάποιος ακυρώσει ένα ραντεβού την τελευταία στιγμή, δεν μπορούμε να τον αναγκάσουμε να αλλάξει την απόφασή του. Μπορούμε, ωστόσο, να εκφράσουμε τη δυσαρέσκειά μας και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να κανονίσουμε ξανά μια συνάντηση μαζί του.
Αντίστοιχα, όταν κάποιος διαφωνεί με τις επιλογές μας, δεν είναι απαραίτητο να ξεκινάμε μια ατελείωτη προσπάθεια για να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο. Μπορούμε να ακούσουμε την άποψή του, να εξηγήσουμε τη δική μας και να προχωρήσουμε χωρίς να εξαρτάται η ηρεμία μας από την αποδοχή του.
«Άφησέ με»
Η δεύτερη πλευρά της προσέγγισης της Ρόμπινς είναι το «Let Me», δηλαδή «Άφησέ με».
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό επόμενο βήμα: αφού αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τους άλλους, στρέφουμε την προσοχή μας σε όσα μπορούμε να κάνουμε εμείς. Μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, να αρνηθούμε ένα αίτημα, να ζητήσουμε βοήθεια ή να κρατήσουμε αποστάσεις από μια κατάσταση που επαναλαμβανόμενα μας επιβαρύνει.
Η ειδικός δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη δεύτερη διάσταση, καθώς το να αφήνουμε τους άλλους να ενεργούν όπως επιθυμούν δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια είναι η δική μας επιλογή απέναντι σε όσα συμβαίνουν.
Η διαφορά είναι σημαντική: το να αποδεχόμαστε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε έναν άνθρωπο δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε οποιαδήποτε συμπεριφορά. Η έκφραση της διαφωνίας, η θέσπιση ορίων και η απομάκρυνση από μια επιβλαβή κατάσταση αποτελούν επίσης επιλογές που έχουμε στη διάθεσή μας.
Πώς να βάζεις όρια χωρίς να αισθάνεσαι ενοχές
Η θέσπιση ορίων δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από έντονες συζητήσεις ή μεγάλες αντιπαραθέσεις. Μερικές φορές, αρκεί να πούμε ότι δεν μπορούμε να αναλάβουμε κάτι σήμερα, ότι χρειαζόμαστε χρόνο για ξεκούραση ή ότι μια συζήτηση δεν οδηγεί πλέον κάπου.
Η δυσκολία εμφανίζεται συχνά μετά την απόφαση, όταν αρχίζουμε να ανησυχούμε για το αν ο άλλος θα απογοητευτεί, θα θυμώσει ή θα μας παρεξηγήσει. Σε αυτό το σημείο επανέρχεται η βασική διάκριση της Ρόμπινς: μπορούμε να φροντίζουμε να εκφραζόμαστε με σεβασμό, αλλά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι όλοι θα συμφωνούν με τις επιλογές μας.
Όταν αλλάζουμε συνεχώς τα όριά μας για να αποφύγουμε τη δυσαρέσκεια των άλλων, κινδυνεύουμε να γίνουμε υπερβολικά εξαρτημένοι από τις αντιδράσεις τους.
Μερικές πρακτικές κινήσεις που μπορούν να βοηθήσουν είναι:
Να ξεχωρίζουμε τη στήριξη από την ευθύνη: Μπορούμε να σταθούμε δίπλα σε έναν άνθρωπο χωρίς να αναλάβουμε να λύσουμε όλα τα προβλήματά του.Να λέμε «όχι» όταν χρειάζεται: Δεν είναι απαραίτητο να αποδεχόμαστε κάθε αίτημα για να διατηρήσουμε μια σχέση.Να εκφράζουμε ξεκάθαρα τις ανάγκες μας: Η ήρεμη και ειλικρινής επικοινωνία βοηθά τους άλλους να κατανοήσουν τα όριά μας.Να αποδεχόμαστε ότι δεν θα συμφωνούν όλοι μαζί μας: Η διαφωνία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε κάνει λάθος.Να αναγνωρίζουμε πού τελειώνει η δική μας ευθύνη: Μπορούμε να επηρεάζουμε μια κατάσταση, αλλά δεν είμαστε υπεύθυνοι για κάθε συναίσθημα ή αντίδραση των άλλων.
Η προσέγγιση της Μελ Ρόμπινς προσφέρει έναν τρόπο να εξετάσουμε πού κατευθύνουμε την προσοχή και την ενέργειά μας μέσα στην ημέρα. Δεν αποτελεί, ωστόσο, εξήγηση για κάθε μορφή κόπωσης ούτε υποκαθιστά την ανάγκη να αξιολογούμε τις συνθήκες εργασίας, την ποιότητα του ύπνου και τον χρόνο ξεκούρασης.
Ίσως, λοιπόν, η πιο χρήσιμη ερώτηση στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας να μην είναι μόνο «Τι με κούρασε τόσο πολύ;», αλλά και η εξής: «Ποιο μέρος αυτής της εξάντλησης προέρχεται από όσα προσπαθώ να λύσω για τους άλλους, ενώ δεν είναι δική μου ευθύνη;»
Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Υπάρχουν ημέρες που η κούραση δεν τελειώνει όταν φεύγουμε από τη δουλειά. Μια άβολη συζήτηση επιστρέφει ξανά και ξανά στο μυαλό μας, ένα μήνυμα μας απασχολεί επειδή φοβόμαστε πώς θα το εκλάβει ο παραλήπτης, ενώ η δυσαρέσκεια κάποιου άλλου μας δημιουργεί την αίσθηση ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να την αντιμετωπίσουμε.
Αυτό το είδος ψυχικής εξάντλησης βρίσκεται στο επίκεντρο της προσέγγισης της Μελ Ρόμπινς, συγγραφέα και ειδικού στην προσωπική ανάπτυξη, η οποία υποστηρίζει ότι σημαντικό μέρος της ενέργειάς μας μπορεί να καταναλώνεται στην προσπάθεια να διαχειριστούμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των άλλων.
Μέσα από τη θεωρία της «Let Them» («Άφησέ τους»), η Ρόμπινς προτείνει να διαχωρίσουμε όσα βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας από όσα μπορούμε να επιλέξουμε οι ίδιοι. Δηλαδή, δεν μπορούμε να καθορίσουμε πώς θα συμπεριφερθεί ένας άλλος άνθρωπος, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε πώς θα αντιδράσουμε εμείς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εργασία δεν προκαλεί πραγματική κόπωση. Οι πολλές ώρες, ο υπερβολικός φόρτος και η έλλειψη ξεκούρασης παραμένουν σημαντικοί παράγοντες. Η προσέγγιση της Ρόμπινς αφορά κυρίως την πρόσθετη ψυχική επιβάρυνση που δημιουργείται όταν συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με τις διαθέσεις και τις επιλογές των άλλων, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο μας.
Πώς οι αντιδράσεις των άλλων μας εξαντλούν
Δεν είναι πάντα εύκολο να αντιληφθούμε πότε η φροντίδα για τους άλλους μετατρέπεται σε βάρος. Το να ακούμε έναν φίλο που αντιμετωπίζει δυσκολίες ή να προσπαθούμε να στηρίξουμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε αποτελεί φυσικό μέρος των σχέσεων.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν αισθανόμαστε ότι είμαστε υπεύθυνοι να λύσουμε τα προβλήματά τους, να αποτρέψουμε κάθε πιθανή σύγκρουση ή να εξασφαλίσουμε ότι θα εγκρίνουν τις αποφάσεις μας.
Η Ρόμπινς αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη συνήθεια να προβλέπουμε διαρκώς τις αντιδράσεις των άλλων. Μπορεί να ζυγίζουμε υπερβολικά κάθε λέξη πριν μιλήσουμε, να αποφεύγουμε να εκφράσουμε τη διαφωνία μας για να μη δημιουργηθεί ένταση ή να δεχόμαστε προσκλήσεις και υποχρεώσεις από ενοχή.
Μεμονωμένα, αυτές οι συμπεριφορές μπορεί να μοιάζουν ασήμαντες. Όταν, όμως, επαναλαμβάνονται καθημερινά, μπορούν να καταναλώσουν σημαντικό μέρος της προσοχής και της ψυχικής μας ενέργειας.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα έναν φίλο που τηλεφωνεί συχνά για να συζητήσει το ίδιο πρόβλημα. Είναι φυσικό να θέλουμε να τον ακούσουμε και να τον βοηθήσουμε. Αν, όμως, οι συζητήσεις αυτές μας αφήνουν διαρκώς εξαντλημένους και νιώθουμε ότι πρέπει κάθε φορά να βρούμε μια λύση, ίσως έχει έρθει η στιγμή να αναγνωρίσουμε τα όριά μας.
Το ίδιο ισχύει όταν κάποιος αμφισβητεί επανειλημμένα τις επιλογές μας. Μπορούμε να εξηγήσουμε μία φορά τους λόγους για τους οποίους αποφασίσαμε κάτι. Η συνεχής προσπάθεια να πείσουμε έναν άνθρωπο που δεν θέλει να αλλάξει γνώμη μπορεί να αποδειχθεί εξαντλητική, χωρίς να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η θεωρία «Άφησέ τους»
Η πρώτη πλευρά της θεωρίας της Μελ Ρόμπινς συνοψίζεται στη φράση «Let Them», δηλαδή «Άφησέ τους».
Η ιδέα είναι να επιτρέπουμε στους άλλους να έχουν τις δικές τους απόψεις, να παίρνουν τις αποφάσεις τους και να αντιδρούν με τον τρόπο που επιλέγουν, χωρίς να προσπαθούμε διαρκώς να τους αλλάξουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσποιούμαστε πως η συμπεριφορά τους δεν μας επηρεάζει. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τα όρια της επιρροής μας και σταματάμε να επενδύουμε όλη μας την ενέργεια σε κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως.
Για παράδειγμα, αν κάποιος ακυρώσει ένα ραντεβού την τελευταία στιγμή, δεν μπορούμε να τον αναγκάσουμε να αλλάξει την απόφασή του. Μπορούμε, ωστόσο, να εκφράσουμε τη δυσαρέσκειά μας και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να κανονίσουμε ξανά μια συνάντηση μαζί του.
Αντίστοιχα, όταν κάποιος διαφωνεί με τις επιλογές μας, δεν είναι απαραίτητο να ξεκινάμε μια ατελείωτη προσπάθεια για να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο. Μπορούμε να ακούσουμε την άποψή του, να εξηγήσουμε τη δική μας και να προχωρήσουμε χωρίς να εξαρτάται η ηρεμία μας από την αποδοχή του.
«Άφησέ με»
Η δεύτερη πλευρά της προσέγγισης της Ρόμπινς είναι το «Let Me», δηλαδή «Άφησέ με».
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό επόμενο βήμα: αφού αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τους άλλους, στρέφουμε την προσοχή μας σε όσα μπορούμε να κάνουμε εμείς. Μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, να αρνηθούμε ένα αίτημα, να ζητήσουμε βοήθεια ή να κρατήσουμε αποστάσεις από μια κατάσταση που επαναλαμβανόμενα μας επιβαρύνει.
Η ειδικός δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη δεύτερη διάσταση, καθώς το να αφήνουμε τους άλλους να ενεργούν όπως επιθυμούν δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια είναι η δική μας επιλογή απέναντι σε όσα συμβαίνουν.
Η διαφορά είναι σημαντική: το να αποδεχόμαστε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε έναν άνθρωπο δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε οποιαδήποτε συμπεριφορά. Η έκφραση της διαφωνίας, η θέσπιση ορίων και η απομάκρυνση από μια επιβλαβή κατάσταση αποτελούν επίσης επιλογές που έχουμε στη διάθεσή μας.
Πώς να βάζεις όρια χωρίς να αισθάνεσαι ενοχές
Η θέσπιση ορίων δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από έντονες συζητήσεις ή μεγάλες αντιπαραθέσεις. Μερικές φορές, αρκεί να πούμε ότι δεν μπορούμε να αναλάβουμε κάτι σήμερα, ότι χρειαζόμαστε χρόνο για ξεκούραση ή ότι μια συζήτηση δεν οδηγεί πλέον κάπου.
Η δυσκολία εμφανίζεται συχνά μετά την απόφαση, όταν αρχίζουμε να ανησυχούμε για το αν ο άλλος θα απογοητευτεί, θα θυμώσει ή θα μας παρεξηγήσει. Σε αυτό το σημείο επανέρχεται η βασική διάκριση της Ρόμπινς: μπορούμε να φροντίζουμε να εκφραζόμαστε με σεβασμό, αλλά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι όλοι θα συμφωνούν με τις επιλογές μας.
Όταν αλλάζουμε συνεχώς τα όριά μας για να αποφύγουμε τη δυσαρέσκεια των άλλων, κινδυνεύουμε να γίνουμε υπερβολικά εξαρτημένοι από τις αντιδράσεις τους.
Μερικές πρακτικές κινήσεις που μπορούν να βοηθήσουν είναι:
Να ξεχωρίζουμε τη στήριξη από την ευθύνη: Μπορούμε να σταθούμε δίπλα σε έναν άνθρωπο χωρίς να αναλάβουμε να λύσουμε όλα τα προβλήματά του.Να λέμε «όχι» όταν χρειάζεται: Δεν είναι απαραίτητο να αποδεχόμαστε κάθε αίτημα για να διατηρήσουμε μια σχέση.Να εκφράζουμε ξεκάθαρα τις ανάγκες μας: Η ήρεμη και ειλικρινής επικοινωνία βοηθά τους άλλους να κατανοήσουν τα όριά μας.Να αποδεχόμαστε ότι δεν θα συμφωνούν όλοι μαζί μας: Η διαφωνία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε κάνει λάθος.Να αναγνωρίζουμε πού τελειώνει η δική μας ευθύνη: Μπορούμε να επηρεάζουμε μια κατάσταση, αλλά δεν είμαστε υπεύθυνοι για κάθε συναίσθημα ή αντίδραση των άλλων.
Η προσέγγιση της Μελ Ρόμπινς προσφέρει έναν τρόπο να εξετάσουμε πού κατευθύνουμε την προσοχή και την ενέργειά μας μέσα στην ημέρα. Δεν αποτελεί, ωστόσο, εξήγηση για κάθε μορφή κόπωσης ούτε υποκαθιστά την ανάγκη να αξιολογούμε τις συνθήκες εργασίας, την ποιότητα του ύπνου και τον χρόνο ξεκούρασης.
Ίσως, λοιπόν, η πιο χρήσιμη ερώτηση στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας να μην είναι μόνο «Τι με κούρασε τόσο πολύ;», αλλά και η εξής: «Ποιο μέρος αυτής της εξάντλησης προέρχεται από όσα προσπαθώ να λύσω για τους άλλους, ενώ δεν είναι δική μου ευθύνη;»
Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Υπάρχουν ημέρες που η κούραση δεν τελειώνει όταν φεύγουμε από τη δουλειά. Μια άβολη συζήτηση επιστρέφει ξανά και ξανά στο μυαλό μας, ένα μήνυμα μας απασχολεί επειδή φοβόμαστε πώς θα το εκλάβει ο παραλήπτης, ενώ η δυσαρέσκεια κάποιου άλλου μας δημιουργεί την αίσθηση ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να την αντιμετωπίσουμε.
Αυτό το είδος ψυχικής εξάντλησης βρίσκεται στο επίκεντρο της προσέγγισης της Μελ Ρόμπινς, συγγραφέα και ειδικού στην προσωπική ανάπτυξη, η οποία υποστηρίζει ότι σημαντικό μέρος της ενέργειάς μας μπορεί να καταναλώνεται στην προσπάθεια να διαχειριστούμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των άλλων.
Μέσα από τη θεωρία της «Let Them» («Άφησέ τους»), η Ρόμπινς προτείνει να διαχωρίσουμε όσα βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας από όσα μπορούμε να επιλέξουμε οι ίδιοι. Δηλαδή, δεν μπορούμε να καθορίσουμε πώς θα συμπεριφερθεί ένας άλλος άνθρωπος, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε πώς θα αντιδράσουμε εμείς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εργασία δεν προκαλεί πραγματική κόπωση. Οι πολλές ώρες, ο υπερβολικός φόρτος και η έλλειψη ξεκούρασης παραμένουν σημαντικοί παράγοντες. Η προσέγγιση της Ρόμπινς αφορά κυρίως την πρόσθετη ψυχική επιβάρυνση που δημιουργείται όταν συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με τις διαθέσεις και τις επιλογές των άλλων, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο μας.
Πώς οι αντιδράσεις των άλλων μας εξαντλούνΔεν είναι πάντα εύκολο να αντιληφθούμε πότε η φροντίδα για τους άλλους μετατρέπεται σε βάρος. Το να ακούμε έναν φίλο που αντιμετωπίζει δυσκολίες ή να προσπαθούμε να στηρίξουμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε αποτελεί φυσικό μέρος των σχέσεων.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν αισθανόμαστε ότι είμαστε υπεύθυνοι να λύσουμε τα προβλήματά τους, να αποτρέψουμε κάθε πιθανή σύγκρουση ή να εξασφαλίσουμε ότι θα εγκρίνουν τις αποφάσεις μας.
Η Ρόμπινς αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη συνήθεια να προβλέπουμε διαρκώς τις αντιδράσεις των άλλων. Μπορεί να ζυγίζουμε υπερβολικά κάθε λέξη πριν μιλήσουμε, να αποφεύγουμε να εκφράσουμε τη διαφωνία μας για να μη δημιουργηθεί ένταση ή να δεχόμαστε προσκλήσεις και υποχρεώσεις από ενοχή.
Μεμονωμένα, αυτές οι συμπεριφορές μπορεί να μοιάζουν ασήμαντες. Όταν, όμως, επαναλαμβάνονται καθημερινά, μπορούν να καταναλώσουν σημαντικό μέρος της προσοχής και της ψυχικής μας ενέργειας.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα έναν φίλο που τηλεφωνεί συχνά για να συζητήσει το ίδιο πρόβλημα. Είναι φυσικό να θέλουμε να τον ακούσουμε και να τον βοηθήσουμε. Αν, όμως, οι συζητήσεις αυτές μας αφήνουν διαρκώς εξαντλημένους και νιώθουμε ότι πρέπει κάθε φορά να βρούμε μια λύση, ίσως έχει έρθει η στιγμή να αναγνωρίσουμε τα όριά μας.
Το ίδιο ισχύει όταν κάποιος αμφισβητεί επανειλημμένα τις επιλογές μας. Μπορούμε να εξηγήσουμε μία φορά τους λόγους για τους οποίους αποφασίσαμε κάτι. Η συνεχής προσπάθεια να πείσουμε έναν άνθρωπο που δεν θέλει να αλλάξει γνώμη μπορεί να αποδειχθεί εξαντλητική, χωρίς να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η θεωρία «Άφησέ τους»Η πρώτη πλευρά της θεωρίας της Μελ Ρόμπινς συνοψίζεται στη φράση «Let Them», δηλαδή «Άφησέ τους».
Η ιδέα είναι να επιτρέπουμε στους άλλους να έχουν τις δικές τους απόψεις, να παίρνουν τις αποφάσεις τους και να αντιδρούν με τον τρόπο που επιλέγουν, χωρίς να προσπαθούμε διαρκώς να τους αλλάξουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσποιούμαστε πως η συμπεριφορά τους δεν μας επηρεάζει. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τα όρια της επιρροής μας και σταματάμε να επενδύουμε όλη μας την ενέργεια σε κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως.
Για παράδειγμα, αν κάποιος ακυρώσει ένα ραντεβού την τελευταία στιγμή, δεν μπορούμε να τον αναγκάσουμε να αλλάξει την απόφασή του. Μπορούμε, ωστόσο, να εκφράσουμε τη δυσαρέσκειά μας και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να κανονίσουμε ξανά μια συνάντηση μαζί του.
Αντίστοιχα, όταν κάποιος διαφωνεί με τις επιλογές μας, δεν είναι απαραίτητο να ξεκινάμε μια ατελείωτη προσπάθεια για να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο. Μπορούμε να ακούσουμε την άποψή του, να εξηγήσουμε τη δική μας και να προχωρήσουμε χωρίς να εξαρτάται η ηρεμία μας από την αποδοχή του.
«Άφησέ με»Η δεύτερη πλευρά της προσέγγισης της Ρόμπινς είναι το «Let Me», δηλαδή «Άφησέ με».
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό επόμενο βήμα: αφού αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τους άλλους, στρέφουμε την προσοχή μας σε όσα μπορούμε να κάνουμε εμείς. Μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, να αρνηθούμε ένα αίτημα, να ζητήσουμε βοήθεια ή να κρατήσουμε αποστάσεις από μια κατάσταση που επαναλαμβανόμενα μας επιβαρύνει.
Η ειδικός δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη δεύτερη διάσταση, καθώς το να αφήνουμε τους άλλους να ενεργούν όπως επιθυμούν δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια είναι η δική μας επιλογή απέναντι σε όσα συμβαίνουν.
Η διαφορά είναι σημαντική: το να αποδεχόμαστε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε έναν άνθρωπο δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε οποιαδήποτε συμπεριφορά. Η έκφραση της διαφωνίας, η θέσπιση ορίων και η απομάκρυνση από μια επιβλαβή κατάσταση αποτελούν επίσης επιλογές που έχουμε στη διάθεσή μας.
Πώς να βάζεις όρια χωρίς να αισθάνεσαι ενοχέςΗ θέσπιση ορίων δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από έντονες συζητήσεις ή μεγάλες αντιπαραθέσεις. Μερικές φορές, αρκεί να πούμε ότι δεν μπορούμε να αναλάβουμε κάτι σήμερα, ότι χρειαζόμαστε χρόνο για ξεκούραση ή ότι μια συζήτηση δεν οδηγεί πλέον κάπου.
Η δυσκολία εμφανίζεται συχνά μετά την απόφαση, όταν αρχίζουμε να ανησυχούμε για το αν ο άλλος θα απογοητευτεί, θα θυμώσει ή θα μας παρεξηγήσει. Σε αυτό το σημείο επανέρχεται η βασική διάκριση της Ρόμπινς: μπορούμε να φροντίζουμε να εκφραζόμαστε με σεβασμό, αλλά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι όλοι θα συμφωνούν με τις επιλογές μας.
Όταν αλλάζουμε συνεχώς τα όριά μας για να αποφύγουμε τη δυσαρέσκεια των άλλων, κινδυνεύουμε να γίνουμε υπερβολικά εξαρτημένοι από τις αντιδράσεις τους.
Μερικές πρακτικές κινήσεις που μπορούν να βοηθήσουν είναι:
Η προσέγγιση της Μελ Ρόμπινς προσφέρει έναν τρόπο να εξετάσουμε πού κατευθύνουμε την προσοχή και την ενέργειά μας μέσα στην ημέρα. Δεν αποτελεί, ωστόσο, εξήγηση για κάθε μορφή κόπωσης ούτε υποκαθιστά την ανάγκη να αξιολογούμε τις συνθήκες εργασίας, την ποιότητα του ύπνου και τον χρόνο ξεκούρασης.
Ίσως, λοιπόν, η πιο χρήσιμη ερώτηση στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας να μην είναι μόνο «Τι με κούρασε τόσο πολύ;», αλλά και η εξής: «Ποιο μέρος αυτής της εξάντλησης προέρχεται από όσα προσπαθώ να λύσω για τους άλλους, ενώ δεν είναι δική μου ευθύνη;»
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο